Μία λέξη με τρεις συλλαβές, αλλά με τόσο μυστήριο μέσα της. Μία λέξη με τεράστιο πλούτο και βάρος συναισθημάτων. Συναισθήματα που δεν ξέραμε ότι υπάρχουν, γιατί δεν τα είχαμε νιώσει ποτέ και συναισθήματα που ευχόμαστε να μην τα είχαμε νιώσει ποτέ.

Άραγε τι είναι ο έρωτας;;; Κανένας δεν κατάφερε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Κανένας δεν κατάφερε να αντισταθεί στην γοητεία του, στο μεθύσι του, στην θύελλα του, που δημιουργεί όταν τρυπώσει μέσα μας και αρχίζει σιγά, σιγά να τρώει την καρδιά και το μυαλό μας. Κάποιες φορές ο πόνος είναι τόσο γλυκός που εύχεσαι να προχωρήσει σε κάθε κύτταρο του σώματός σου και άλλοτε μη υποφερτός που φτάνεις στο σημείο να θέλεις να ξεριζώσεις την καρδιά σου για να μην νιώθεις πλέων τίποτα….

Επιτρέψτε μου να σας παραθέσω ένα γράμμα που είχα γράψει κάποτε για κάποιον, ο οποίος με έκανε να αισθανθώ όλα τα παραπάνω και αποτύπωσε πάνω μου την σφραγίδα του έρωτά του και της ύπαρξής του:

«Έχεις ερωτευθεί ποτέ; Τρομερό δεν είναι; Σε κάνει τρωτό, ευάλωτο. Ανοίγει το στήθος σου, ανοίγει την καρδία σου μπαίνει μέσα σου και στα ανακατεύει όλα. Και ενώ εσύ έχεις στήσει τις άμυνες σου, όλη την πανοπλία σου έτσι που τίποτα δεν μπορεί να σε πειράξει, τότε εμφανίζεται ένας άνθρωπος ίδιος με τους άλλους αλλά συνάμα τόσο διαφορετικός και περιπλανάται στην ανόητη ζωή σου. Και τότε εσύ του δίνεις ένα κομμάτι. Δεν το ζήτησε, μόνη το έδωσες. Και μετά κάνει κάτι «χαζό»… σε φιλάει ή σου χαμογελάει και τότε τα κάστρα σου δεν είναι πια δικά σου.

Ο έρωτας κρατάει ομήρους. Τρυπώνει μέσα σου και σε κατατρώει και μετά σε αφήνει στο σκοτάδι με δάκρυα στα μάτια. Και τόσο απλά, με μια φράση σαν το « ίσως πρέπει να μείνουμε φίλοι » μετατρέπεται σε σπασμένο κομμάτι γυαλί που αναζητά τον δρόμο για την καρδία σου περνώντας από όλο το σώμα σου. Και πονάει, όχι στην φαντασία  σου μόνο, όχι μόνο στο μυαλό σου. Είναι ένας πόνος  που εισχωρεί και σε τεμαχίζει.

Και μετά με ρωτάς αν είμαι ερωτευμένη; Τρομοκρατημένη… Προτιμώ να είχα μάτια που δεν έβλεπαν ή στόμα που δεν θα έβγαζε καμία λέξη, παρά καρδιά που δεν θα μπορούσε να αισθανθεί έτσι. Θυμάσαι που σου είπα για τον φόβο χτες βράδυ; Όταν σε είδα να βγαίνεις φοβόμουν, φοβόμουν πως θα ήθελα να σε αγγίξω και όταν σε άγγιξα φοβόμουν πως θα ήθελα να σε φιλήσω, και όταν έγινε αυτό, φοβόμουν πως θα πάθω κάτι. Πώς λέγεται αυτό το κάτι δεν ξέρω … Είναι αυτό το κάτι που με έκανε να σε σκέφτομαι συνέχεια από την ώρα που έφυγες και έλεγα «σύνελθε » και όταν επιτέλους κατάφερα να κλείσω τα μάτια μου, και είπα τώρα θα ηρεμήσω, τότε ξαναήρθες στα όνειρα μου. Ξύπνησα, και τώρα έμεινα με τον τελευταίο φόβο… μήπως σε χάσω και μαζί σου χάσω και αυτό το κάτι, πού τόσο με βασανίζει, με πολιορκεί, με αποπροσανατολίζει αλλά είναι τόσο όμορφο το καταραμένο. Και όλα αυτά από τι; Από κάτι «ανόητο» , από ένα φιλί, ένα χαμόγελο… ας παραμείνω ανόητη λοιπόν. Αν χίλιες λέξεις κάνουν μια εικόνα, τότε πόσες εικόνες χρειάζονται για να αναπαράγουν ένα συναίσθημα; Πόσες φορές να γράψω την λέξη φιλί για να στο μεταδώσω…..; “

Για μένα λοιπόν αυτό είναι ο έρωτας…. Γεννιέσαι από αυτόν και πεθαίνεις για αυτόν. Αλλά και να πεθάνεις σημαίνει ότι γεννήθηκες για να το ζήσεις…